Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019

Το τείχος του αίσχους και το Trabant... 30 χρόνια μετά!!!


Το Τείχος του Βερολίνου, «τείχος της ντροπής» για τους Γερμανούς της δύσης και επισήμως αποκαλούμενο από την ανατολικογερμανική κυβέρνηση ως «αντιφασιστικό τείχος προστασίας», ανεγέρθηκε στην καρδιά του Βερολίνου με αφετηρία το βράδυ μεταξύ της 12ης και της 13ης Αυγούστου του 1961 από τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία επιχείρησε με αυτό τον τρόπο να θέσει ένα τέλος στην ολοένα και αυξανόμενη φυγή των κατοίκων της προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Το τείχος, συνιστώσα της εσωτερικής γερμανικής συνοριογραμμής, αποτελούσε ένα φυσικό σύνορο μεταξύ του Ανατολικού Βερολίνου και του Δυτικού Βερολίνου για διάστημα άνω των 28 ετών, ενώ αποτελούσε το σημαντικότερο σύμβολο μιας Ευρώπης διχοτομημένης από το σιδηρούν παραπέτασμα.
Κάτι παραπάνω από ένα απλό τείχος, επρόκειτο για μια σύνθετη στρατιωτική κατασκευή η οποία περιείχε δύο τείχη ύψους 3,6 μέτρων με διάδρομο περιπολίας, 302 παρατηρητήρια και συστήματα συναγερμού, 14.000 φύλακες, 600 σκυλιά και καλωδιωτά πλέγματα.
Ένας αδιευκρίνιστος αριθμός ατόμων υπήρξαν θύματα προσπαθειών διάβασης του τείχους.
Ωστόσο, φαίνεται ότι οι Ανατολικογερμανοί συνοριοφύλακες και οι Σοβιετικοί στρατιώτες δεν δίσταζαν να πυροβολήσουν τους φυγάδες.
Η αποδυνάμωση της Σοβιετικής Ένωσης, η Περεστρόικα της οποίας ηγείτο ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, καθώς και το πείσμα των Ανατολικογερμανών οι οποίοι οργάνωσαν μεγάλες διαδηλώσεις, οδήγησαν στις 9 Νοεμβρίου 1989 στην πτώση του «τείχους της ντροπής», προκαλώντας τον μεγάλο θαυμασμό του «ελεύθερου κόσμου» και ανοίγοντας τον δρόμο για την γερμανική επανένωση.
Σχεδόν ολοκληρωτικά κατεστραμμένο, το Τείχος έχει αφήσει στην αστική πολεοδομική οργάνωση της γερμανικής πρωτεύουσας ανεπούλωτα σημάδια τα οποία παραμένουν ως σήμερα.
Το τείχος του Βερολίνου, σύμβολο του ιδεολογικού και πολιτικού χάσματος του ψυχρού πολέμου, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για αριθμό λογοτεχνικών βιβλίων και ταινιών.
Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου κι αυτή είναι μια καλή ευκαιρία για να θυμηθούμε το πιο αντιπροσωπευτικό αυτοκίνητο εκείνης της περιόδου.
To Trabant παραγόταν από την κρατική βιομηχανία κατασκευής αυτοκινήτων VEB Sachsenring Automobilwerke, που είχε την έδρα της στο Zwickau της Σαξωνίας, στην ανατολική Γερμανία. Υπήρξε ένα από τα πολυαριθμότερα τετράτροχα προϊόντα των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού και ήταν το πιο δημοφιλές στο δυτικό κόσμο. Η σταδιοδρομία του ξεκίνησε το 1957 και ολοκληρώθηκε το 1991, σχεδόν ταυτόχρονα με την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων.
Ως ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά προϊόντα της εποχής του υπαρκτού σοσιαλισμού το Trabant ταυτίστηκε με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από την πτώση των καθεστώτων του σε όλη την Ανατολική Ευρώπη έως την μετάβαση των λαών τους στον καπιταλισμό.
Χιλιάδες από αυτά διέφυγαν στη Δύση, κυρίως μέσω της Ουγγαρίας, στις ημέρες της Περεστρόικα, φορτωμένα όσο δε γινόταν περισσότερο και με όλα τα μέλη της οικογένειας στο εσωτερικό τους.
Τον Νοέμβριο του 1989, με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου ένας τεράστιος αριθμός τους πέρασε στη Δυτική Γερμανία, με αποτέλεσμα η εικόνα τους να κάνει το γύρο του κόσμου και να δεθεί δια παντός με το κοσμοϊστορικό γεγονός.
Στην Ιστορία έχουν περάσει επίσης και τα graffity, από την πλευρά του Δυτικού Βερολίνου, που απεικόνιζαν ένα Τrabant να σπάει το Τείχος και να περνά πάση δυνάμει στον κόσμο της ελεύθερης οικονομίας.
Το Trabant είχε τη μοναδική ιδιότητα να εναρμονίζεται με ό,τι ήθελε να σκέφτεται ο κάθε άνθρωπος: O σοσιαλιστής υπέρμαχος του καθεστώτος το έβλεπε ως το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιούσε μια ευτυχισμένη οικογένεια για να πάει σε ένα ωραιότατο μέρος αναψυχής, ο κλασικός χορτασμένος καπιταλιστής το ανέφερε ως παράδειγμα προς αποφυγήν για την ξεπερασμένη τεχνολογία του και τα διαφυγόντα κέρδη από τη μη υιοθέτηση κάποιας νεότερης, ο αποφασισμένος αρνητής του υπαρκτού σοσιαλισμού το φανταζόταν να μάχεται δίπλα του στον αγώνα για την ελευθερία.
Η περίοδος αναμονής μεταξύ της παραγγελίας και της παραλαβής ενός Trabant ήταν πολύ μεγάλη, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις περνούσαν 12 έως 15 χρόνια ώσπου να φθάσει το αυτοκίνητο στον κάτοχό του. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να το προσέχουν οι περισσότεροι ιδιοκτήτες του ως κόρην οφθαλμού και να το περιποιούνται σχολαστικά.
Ο μέσος όρος κατοχής του από τον ίδιο ιδιοκτήτη έφθανε τα 28 χρόνια, ενώ αρκετά συχνά ένα μεταχειρισμένο Trabant κόστιζε περισσότερο από ένα καινούργιο, αφού σε αντίθεση με εκείνο ήταν άμεσα διαθέσιμο.
Η ποιότητα των υλικών ήταν απλά ανεκδιήγητη και η ποιότητα συναρμογής είχε γεννήσει το ακόλουθο ενδεικτικό ανέκδοτο:
Όταν έπεσε το τοίχος του Βερολίνου οι μηχανικοί της Trabant επισκεύτηκαν τα εργοστάσια της Mercedes. Όταν ολοκληρωνόταν η παραγωγή ενός αυτοκινήτου στην Mercedes οι εργάτες άνοιγαν την πόρτα και πέταγαν μέσα μια γάτα!
Όταν οι Ανατολικογερμανοί ρώτησαν τους Δυτικούς γιατί το κάνουν αυτό, εκείνοι είπαν: «Ρίχνουμε μέσα στο αυτοκίνητο μια γάτα και εάν μετά από 4 ώρες η γάτα πάθει ασφυξία από την στεγανότητα, τότε αυτό σημαίνει ότι έχει επιτευχθεί η ποιότητα συναρμογής της Mercedes»!
Έφυγαν οι μηχανικοί της Trabant πραγματικά ενθουσιασμένοι από όσα είδαν και μετά από καιρό κάλεσαν τους συναδέλφους τους από την Mercedes για να τους δείξουν την πρόοδο που πέτυχαν.
Πράγματι λοιπόν στο τέλος της γραμμής παραγωγής οι εργάτες της Trabant άνοιγαν τις πόρτες των αυτοκινήτων και έριχναν και εκείνοι μέσα στα Trabant μια γάτα!
Οι άνθρωποι της Mercedes ενθουσιάστηκαν!
Απαντώντας στην απορία και τον ενθουσιασμό των μηχανικών της Mercedes για το πόσο γρήγορα αναβαθμίστηκαν οι μεθοδολογίες παραγωγής τους, οι άνθρωποι της Trabant είπαν: «Ρίχνουμε μέσα στο αυτοκίνητο μια γάτα και εάν μετά από 4 ώρες η γάτα δεν έχει δραπετεύσει από κάποια χαραμάδα, τότε αυτό σημαίνει ότι έχει επιτευχθεί η ποιότητα συναρμογής της Trabant»!
Για όλα τα παραπάνω, το κατασκευασμένο από φθηνά υλικά δίθυρο sedan από την Ανατολική Γερμανία κέρδισε τον τίτλο του πιο πολιτικοποιημένου αυτοκινήτου στην Ιστορία.
Τη δεκαετία του '70 ένας αριθμός αυτοκινήτων του τύπου πουλήθηκε και στη χώρα μας, από την εισαγωγική εταιρεία του Καμμένου. Η τιμή του ήταν πολύ χαμηλή, όχι όμως και η φθηνότερη. Στις αρχές του 1979, για παράδειγμα, το κόστος απόκτησης της sedan έκδοσης ενός Trabant ανερχόταν στις 139.000 δραχμές και της station-wagon στις 145.000. Ήταν πιο φθηνό από ένα Fiat 126 (165.000 δρχ.) ή ένα Citroen 2CV (185.000 δρχ.), όχι όμως και από ένα Zastava 750 (135.000 δρχ.). Οι φίλοι του Ράλλυ Ακρόπολις και των αγώνων αυτοκινήτου είχαν την ευκαιρία να δουν τέσσερα από αυτά στον ελληνικό αγώνα, την περίοδο 1978-1980, από τα οποία τερμάτισαν τα δύο.
Είναι προφανές σε όλους εμάς που αγαπάμε την ιστορία των αυτοκινήτων, ότι για να γεννηθεί ένα καλό αυτοκίνητο χρειάζεται αγάπη, πάθος και έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των αυτοκινητοβιομηχανιών.
Το ταλαίπωρο Trabant γεννήθηκε σε μια κοινωνία που η αγάπη και το πάθος έλλειπαν από όλες της τις εκφάνσεις της και ήταν απόλυτα λογικό η παρουσία του στην ιστορία της αυτοκίνησης να εκπέμπει την μιζέρια της καταγωγής του, όπως αντιστρόφως ανάλογα μια Alfa Romeo εκπέμπει την αγάπη των Ιταλών για το φως και την ζωή.
Παρότι όμως μιλάμε για ένα αυτοκίνητο που σφράγισε μια εποχή, και που έγινε αντικείμενο χλευασμού, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι μέσα στα Trabant μεγάλωσαν και ερωτεύτηκαν εκατομμύρια άνθρωποι που στα αλήθεια δεν ήταν μόνο ίσοι, αλλά και απολύτως ίδιοι με εμάς.
Τους τιμούμε και θυμόμαστε μέσα από την ιστορία του Trabant, ότι οι άνθρωποι μπορεί να είναι ίσοι, αλλά παραμένουν μοναδικοί και ξεχωριστοί.
Το Trabant είναι εμβληματικό αυτοκίνητο που το σχήμα του συνδέθηκε με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και που συμβολίζει μια εποχή που όλοι ελπίζουμε να μην ξανάρθει ποτέ…













Δεν υπάρχουν σχόλια: