Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

«Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος...»


Γράφει ο Παναγιώτης Μπενέας
Μαθητής Α' Τάξης 2ου Γενικού Λυκείου Χαϊδαρίου



Κάθε χρόνο στις 30 Ιανουάριου τιμούμε τη ζωή και το έργο των Τριών Ιεραρχών, των επιφανών αγίων και θεολόγων της χριστιανικής θρησκείας, των προστατών των γραμμάτων και των μαθητών, δηλαδή του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, του Μεγάλου Βασιλείου και του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού ή Θεολόγου.
Γαλουχημένοι με τα εμβριθή νοήματα της θρησκείας και επαΐοντες της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας κατάφεραν να συνδυάσουν τις γνώσεις τους και να θέσουν προοδευτικά τα θεμέλια της ελληνοχριστιανικής παιδείας και του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Για τη μεγάλη προσφορά τους στα γράμματα ανακηρύχτηκαν σύντομα άγιοι προστάτες των γραμμάτων, των εκπαιδευτικών, των μαθητών και γενικά της σπουδάζουσας νεολαίας.
Με αφορμή λοιπόν αυτή τη μεγάλη εκκλησιαστική εορτή αφιερωμένη στα γράμματα θα ήθελα αρχικά να αναφερθώ στον κινητήριο μοχλό της εκπαιδευτικής διαδικασίας που δεν είναι άλλος από τους εκπαιδευτικούς ή, ούτως ειπείν, τους δασκάλους και τους καθηγητές. Ανθρώπους οι οποίοι, όπως ακούω πολλούς συχνά να υποστηρίζουν, στο παρελθόν ασκούσαν ένα βαρυσήμαντο λειτούργημα, ενώ, στις μέρες μας, ένα απλό και συνηθισμένο επάγγελμα που δεν τυγχάνει κοινωνικής καταξίωσης, αλλά ,αντιθέτως, τυγχάνει ακόμα και κοινωνικής κατακραυγής. Τις πταίει όμως γι’ αυτήν την κατάσταση; Τι πήγε στραβά στην πορεία και καταβαραθρώθηκε το λειτούργημα των εκπαιδευτικών;
Η απάντηση είναι πιο απλή απ’ ότι νομίζουμε… Η υποταγή της παιδείας στο σύγχρονο τεχνοκρατισμό απογύμνωσε τον άνθρωπο από τις ανώτερες αξίες και τον μετέτρεψε από σκοπό σε μέσο. Απαξιώθηκε ο θεσμός της Παιδείας, που αδιαφιλονίκητα πρόκειται για έναν από τους βασικότερους πυλώνες για ένα έθνος, και μετατράπηκε σε άθυρμα του ωφελιμισμού και της χρησιμοθηρίας, γεγονός που αποτελεί «Διός ανάθεμα» για την εποχή μας. Ως αποτέλεσμα, ο εκπαιδευτικός αναγκάστηκε να προετοιμάζει τους μαθητές του για να αποκτήσουν πτυχία και τίτλους σπουδών, αντί να τους παρέχει πραγματική γνώση και να τους εμφυσά όλα εκείνα τα ιδανικά και τις αξίες που θα καλλιεργήσουν το ήθος τους. Το σχολείο κατάντησε (διότι πρόκειται για κατάντια…) να παράγει νεόπλουτους της γνώσης, δέσμιους των προκαταλήψεων, της μισαλλοδοξίας, του εθνικισμού, του δογματισμού, του φανατισμού και όχι ολόπλευρα μορφωμένους μαθητές, θερμούς υποστηρικτές και στυλοβάτες της δημοκρατίας, της ειρήνης, της ελευθερίας και της αλληλεγγύης. Και αυτός είναι αδιαμφισβήτητα και ένας από τους λόγους της φαινομενικά οικονομικής κρίσης που βιώνουμε σήμερα, αλλά στην πραγματικότητα της κρίσης του πολιτισμού και της κατάπτωσης των ηθών.
Ωστόσο, ποτέ δεν είναι αργά, για να διορθώσουμε τα πράγματα και να πραγματώσουμε επιτέλους επιτυχώς την ουσία της εκπαίδευσης. Μια καλή αρχή είναι να θυμηθούμε την ετυμολογία της λέξης «καθηγητής». Ανοίγοντας ένα λεξικό διαβάζουμε το εξής: καθηγητής / ελληνιστική κοινή καθηγητής / κατά + ηγέομαι (οδηγώ, προηγούμαι και δείχνω το δρόμο). Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο έγκειται η ευθύνη του εκπαιδευτικού: να βοηθήσει τους μαθητές του στο δρόμο προς την αληθινή γνώση. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, διατυπώνοντας απόψεις ρηξικέλευθες και ριζοσπαστικές για την εποχή του, θεωρεί πως πρωτεύοντα ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία παίζει η προσωπικότητα του δασκάλου, καθώς και οι σχέσεις που κατορθώνει να αναπτύξει με τους μαθητές του. Σχέσεις οι οποίες πρέπει να θεμελιώνονται στη βάση της αγάπης, του αλληλοσεβασμού και της αλληλοκατανόησης. Το να αγαπά ο δάσκαλος το μαθητή και να αγαπιέται από αυτόν, «το φιλείν και φιλείσθαι» όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, είναι το στοιχείο εκείνο που παίζει καταλυτικό ρόλο στο να γίνει αποδοτική η διδασκαλία. Δεν πρέπει να λειτουργεί σαν αυθεντία, να επαίρεται και να είναι αλαζόνας, να είναι εγωιστής ή να διακρίνεται για το εξουσιαστικό του ύφος. Έχει πνεύμα μαθητείας, δεν καυχησιολογεί. Είναι ταπεινός και συνειδητοποιημένος όσο αφορά στις ατέλειες και τις αδυναμίες του. Γνωρίζει καλά ότι «η επιείκεια είναι πιο δυνατή από τη βία». Με την πάροδο του χρόνου, φτάνουμε και στην εποχή του Διαφωτισμού, όταν πολλοί διανοούμενοι θέλησαν να μοιραστούν τις πρωτοπόρες ιδέες τους για την εκπαίδευση. Πιο συγκεκριμένα, ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ στο έργο του «Αιμίλιος, ή Περί Αγωγής» υποστήριξε πως η εκπαίδευση πρέπει να βασίζεται στην προσωπική αναζήτηση του διδασκόμενου και μόνο. Ο καθηγητής δεν πρέπει να λειτουργεί σαν αυθεντία, αλλά να θέτει διάφορα ερωτήματα και να οδηγεί το μαθητή στην ανακάλυψη των απαντήσεων. Έπειτα από αυτήν την πολύ σύντομη ιστορική διαδρομή επανερχόμαστε στην εποχή μας όπου, δυστυχώς, όλα αυτά τα λησμονήσαμε και η Παιδεία καταστάθηκε έρμαιο των διάφορων «ηθικών» προβλημάτων: οι γρήγοροι ρυθμοί ζωής, η εξειδίκευση στη γνώση, η αλλοτρίωση των ανθρώπινων σχέσεων στα μεγάλα αστικά κέντρα, συνετέλεσαν στην ανάπτυξη απρόσωπων και πελατειακών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Δημιουργήσαμε μια κοινωνία που δεν έχει ανάγκη από πραγματικούς ανθρώπους, αλλά από ανθρώπους-μηχανές, γεγονός που έχει αντίκτυπο και στον τομέα της εκπαίδευσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως το Λύκειο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την εισαγωγή των μαθητών στο Πανεπιστήμιο. Συνεπώς, υποβαθμίζεται σε προθάλαμο χώρο για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σημασία έχει μόνο η επιτυχία στις εξετάσεις μέσω της στείρας απομνημόνευσης, του λεγόμενου «παπαγαλισμού», και της χρήσης αναχρονιστικών εγχειριδίων διδασκαλίας. Το σχολείο δημιουργεί ως επί το πλείστον λειτουργικά αναλφάβητους μαθητές, άβουλες προσωπικότητες και ανελεύθερες οντότητες χωρίς κριτική σκέψη, με ολέθρια αποτελέσματα σε όλους τους τομείς της καθημερινότητάς μας. Προσωπικά, δεν μπορώ να δεχτώ πως για όλα αυτά φταίνε μόνο οι εκπαιδευτικοί που συνεχώς απαξιώνονται και κατακρίνονται από την κοινωνία. Βέβαια, ούτε πρόκειται να αρχίσω να καταλογίζω ευθύνες, να αναζητώ εξιλαστήρια θύματα και εν τέλει να καταλήξω σε ένα φαύλο κύκλο. Θα επιμείνω μόνο σε ένα ρητό του Μένανδρου, αρχαίου Έλληνα συγγραφέα, που δεν είναι άλλο από αυτό: «Ὠς χαρίεν ἔστ’ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ» ή αλλιώς: «Πόσο ωραίο πράγμα είναι ο άνθρωπος όταν είναι άνθρωπος». Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πόσο σημαντικό είναι να βασιστεί η εκπαίδευση στην ανθρωπιστική και ηθοπλαστική θεώρηση της ζωής. Το σχολείο οφείλει να παρέχει στους μαθητές ανθρωπιστική παιδεία, μια παιδεία που έχει στην καρδιά της τον άνθρωπο, μια παιδεία που καλλιεργεί τον ολόπλευρο άνθρωπο σωματικά, ψυχικά, πνευματικά, δηλαδή νοητικά, αισθητικά, ηθικά, φιλοσοφικά, θρησκευτικά. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει μεταξύ άλλων: «Δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν να έχει γενναιότητα και ανδρείον φρόνημα ένας άνθρωπος που δε γνωρίζει να αγαπά. Γιατί το υπόβαθρον όλων των αγαθών δεν είναι τίποτε άλλο από την αγάπη». Προσφέρεται σήμερα στους μαθητές «Παιδεία Αγάπης και Ζωής»; Νομίζω πως όχι… Η Παιδεία πρέπει να αγγίζει τις ψυχές των μαθητών, να τους κάνει να χαίρονται, να ονειρεύονται, να δημιουργούν και όχι να προκαλεί την απέχθεια και την αποστροφή τους. Και συνοδοιπόροι τους σε αυτό το ταξίδι της μόρφωσης θα είναι πάντα οι δάσκαλοι και οι καθηγητές τους. Μπορεί κάποιοι να πουν πως όλα αυτά δεν είναι παρά μια ουτοπία, οι ρομαντικοί οραματισμοί ενός δεκαπεντάχρονου μαθητή, αλλά, πραγματικά, κουράστηκα από τη λογική, τον ορθολογισμό και τον κυνισμό των «μεγάλων». Κουράστηκα από τα μεγάλα λόγια που ποτέ δε γίνονται πράξεις. Κουράστηκα από τους συμβιβασμούς και την παθητικότητα μπροστά σε όλα αυτά που βιώνουμε καθημερινά. Κουράστηκα από τον εξωραϊσμό ενός παρελθόντος το οποίο βαραίνουν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και εκατοντάδες τοπικοί. Όσο με αφορά, δε θα επιτρέψω ποτέ και σε κανέναν να ορίζει το μέλλον μου και να γκρεμίζει ανηλεώς τα όνειρά μου. Και ποτέ μου δε θα ξεχάσω το παρακάτω ρητό του Μεγάλου Αλεξάνδρου: «Στους γονείς μου οφείλω το ζην και στους δασκάλους μου το ευ ζην». Κλείνοντας θα ήθελα να τονίσω πως αν θέλουμε να τιμήσουμε τους Τρεις Ιεράρχες, δε χρειάζεται να το κάνουμε μέσα από ακίνδυνες καθιερωμένες τυπικές εορτές. Οφείλουμε να μελετήσουμε σε βάθος το έργο τους και την προσφορά τους και να πράξουμε αναλόγως. Να πράξουμε, όχι απλά να πούμε!

Δεν υπάρχουν σχόλια: